PRPΤο PRP (Platelet-Rich Plasma: πλάσμα αίματος πλούσιο σε αιμοπετάλια), αποτελεί μια πρόσφατη βιολογική θεραπεία για τις παθήσεις του αρθρικού χόνδρου, αλλά και για διάφορες άλλες αθλητικές κακώσεις ή παθήσεις.
Η πολύ μικρή αναγεννητική ικανότητα του χόνδρου μέσα στο περιβάλλον μιας άρθρωσης που πάσχει, οδήγησε τα τελευταία χρόνια σε εντατική κλινική και εργαστηριακή έρευνα, για βιολογικές θεραπείες επιδιόρθωσης του χόνδρου.
Περισσότερο από 80% του φυσιολογικού αρθρικού υμένα αποτελείται από συνοβιοκύτταρα που παράγουν κυτοκίνες και μεταλλοπρωτεϊνάσες της θεμέλιας ουσίας που επηρεάζουν τον μεταβολισμό του αρθρικού χόνδρου.
Στο πλαίσιο αυτό, η χρήση αυξητικών παραγόντων είναι πολλά υποσχόμενη.
Οι αυξητικοί παράγοντες είναι φυσικές ουσίες, συνήθως πρωτεΐνες ή στεροειδείς ορμόνες, ικανές για την καθοδήγηση της κυτταρικής διαφοροποίησης, την αύξηση ή τον πολλαπλασιασμό των κυττάρων, ενώ παίζουν σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση διαφόρων κυτταρικών διαδικασιών.
Διάφοροι αυξητικοί παράγοντες έχουν παροδικές επιδράσεις στον αρθρικό χόνδρο, όπως ο TGF-β1 (transforming growth factor-β1, BMP-2 και BMP-7, ο IGF-1 (insulin growth factor-1), FGF 2 και 18 ( fibroblast growth factor 2 και 18), ο VEGF (vascular endothelial growth factor), ο EGF (epidermal growth factor) και ο PDGF (platelet-derived growth factor). Πολλοί από αυτούς τους παράγοντες βρίσκονται αποθηκευμένοι στα α-κοκκία των αιμοπεταλίων, όπως ο VEGF, TGF-β1, EGF, FGF και ο PDGF.
Οι παράγοντες αυτοί προάγουν την τοπική αγγειογένεση, ρυθμίζουν τη φλεγμονή, αναστέλλουν τα καταβολικά ένζυμα και τις κυτοκίνες, στρατολογούν τοπικά τα μεσεγχυματικά κύτταρα (βλαστοκύτταρα) και τους ινοβλάστες σε ανατομικές περιοχές καταστροφής ή κάκωσης και ωθούν τα γειτονικά κύτταρα να παράγουν περισσότερους αυξητικούς παράγοντες. Οι προαναβολικές και αντικαταβολικές αυτές επιδράσεις σε συνδυασμό επιδιώκουν την επαναφορά του τραυματισμένου ή νοσούντα χόνδρου στην αρχική του κατάσταση.
Το PRP χαρακτηρίζεται από την πολύ αυξημένη του συγκέντρωση σε αιμοπετάλια και αυξητικούς παράγοντες. Η τοπική χρήση PRP στο σημείο της βλάβης θεωρείται ότι απελευθερώνει όλες τις αναβολικές επιδράσεις πάνω στον χόνδρο και προάγει τη φυσική διαδικασία για το σχηματισμό νέου επιδιορθωμένου χόνδρου.
Το PRP έχει πρόσφατα μελετηθεί ως μέσο με αυξητική επίδραση στο χόνδρο που χρησιμοποιείται σε διάφορες άλλες τεχνικές για τη θεραπεία οστεοχόνδρινων βλαβών με επιτυχία. Ερευνητές παρατήρησαν ότι η πρόκληση αρθροσκοπικά μικροκαταγμάτων με τρυπανισμό για τη θεραπεία οστεοχόνδρινων βλαβών του αστραγάλου, έχει καλύτερα αποτελέσματα όταν συνδυάζεται με την έγχυση PRP την 1η μετεγχειρητική μέρα.
Σε άλλη ερευνητική μελέτη, η ίδια χειρουργική θεραπεία με την πρόκληση υποχόνδριων μικροκαταγμάτων με τρυπανισμό, είχε ανώτερα θεραπευτικά αποτελέσματα όταν συνδυαζόταν με τη χρήση απορροφήσιμων εμφυτευμάτων πολυγλυκολικού και υαλουρονικού οξέος, που δεν περιελάμβαναν κύτταρα και τα οποία εμβυθίζονταν σε αυτόλογο PRP. Στις περιπτώσεις αυτές, η ίδια βελτίωση που παρατηρήθηκε 1 χρόνο μετεγχειρητικά, παρέμεινε και 2 χρόνια μετά από την χειρουργική επέμβαση.
Πρόσφατα, περιγράφηκε μια τεχνική με τη χρησιμοποίηση ενός μικροσκοπικού αλλογενούς αρθρικού χόνδρου σε συνδυασμό με PRP ως ικρίωμα στην ίδια χειρουργική τεχνική με τρυπανισμούς στο υπόχονδριο οστό.
Βέβαια, οι περισσότερες μελέτες αξιολογούν τη χρήση του PRP για την αντιμετώπιση των ομοιόμορφων εκφυλιστικών αλλοιώσεων, όπως συμβαίνεις στην οστεοαρθρίτιδα.
Ωστόσο, δεδομένου της αποτελεσματικής δράσης του PRP στον χόνδρο νέων ασθενών, περισσότερες μελέτες πρέπει να διενεργηθούν για να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα του στην θεραπευτική αντιμετώπιση τοπικών οστεοχόνδρινων ελλειμμάτων.
Επιπλέον, δεν υπάρχουν αναφορές και επομένως χρειάζονται περισσότερες μελέτες για τη χρήση του PRP στην τραυματική βλάβη ή την εκφύλιση του αρθρικού χόνδρου σε άλλες αρθρώσεις πέραν του γόνατος.
Παράλληλα, με την εκφύλιση του χόνδρου, η χρήση του PRP έχει μελετηθεί σε πλήθος προκλινικών και κλινικών μελετών σε διάφορες αθλητικές κακώσεις: ρήξη και χρόνια τενοντίτιδα του αχιλλείου, χρόνια τενοντοπάθεια του στροφικού πετάλου του ώμου ή ρήξη, τραυματισμός μυών και μηνισκική επιδιόρθωση.
Σε μελέτες που έγιναν ενέσεις PRP σε επικονδυλίτιδα του αγκώνα, τα αποτελέσματα ήταν σαφώς ανώτερα συγκριτικά με το placebo.
Σε περιπτώσεις υποδόριων τραυμάτων, η θεραπεία με PRP οδήγησε σε βελτιωμένη μερική ή και πλήρη επούλωση του τραύματος συγκριτικά με την απλή περιποίηση του τραύματος. Παρόμοια αποτελέσματα παρατηρήθηκαν κατά τη χρήση του PRP σε διαβητικά έλκη.
Πρόσφατη μελέτη απέδειξε ότι PRP πλούσιο σε λευκοκύτταρα ή με μεγάλη συγκέντρωση ερυθρών οδηγούν σε μεγαλύτερο κυτταρικό θάνατο και παραγωγή προφλεγμονωδών παραγόντων
Επομένως, συστήνεται η χρήση PRP με μικρή συγκέντρωση λευκοκυττάρων και χωρίς ερυθρά για την ενδαρθρική έγχυση.

Αντώνιος Παρτσινέβελος

Ο χειρουργός Ορθοπαιδικός Αντώνιος Παρτσινέβελος διατηρεί ιδιωτικό ιατρείο στο Μαρούσι.
Είναι Επιστημονικός Συνεργάτης της Βιοκλινικής Αθηνών, του Λευκού Σταυρού Αθηνών και της Κεντρικής Κλινικής Αθηνών.
Ο ιατρός τελείωσε αριστούχος την Πρότυπο Σχολή Αναβρύτων και κατόπιν εισήχθη στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, όπου και αποφοίτησε το 1995.
Υπηρέτησε τη Στρατιωτική του θητεία στην Πολεμική Αεροπορία, κατά τη διάρκεια της οποίας του ανατέθηκαν καθήκοντα Ιατρού Μονάδος, Ελεγκτή Ιατρού και Ειδικευόμενου Ιατρού στη Νευροχειρουργική και τη Γενική Χειρουργική στη Νευροχειρουργική και την Α’ Χειρουργική Κλινική του 251 Γενικού Νοσοκομείου Αεροπορίας.

Ακολούθως, ειδικεύτηκε στην Ορθοπαιδική Χειρουργική της Α΄Ορθοπαιδικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών στο Νοσοκομείο ΚΑΤ με ειδικότερη εκπαίδευση στην Τραυματιολογία, την άκρα χείρα-άκρο πόδα-Μικροχειρουργική, τις Αθλητικές Κακώσεις, την Σπονδυλική Στήλη και την Οστεοπόρωση.
Μετά την απόκτηση του τίτλου ιατρικής ειδικότητας, διετέλεσε Επιμελητής Ορθοπαιδικός Χειρουργός σε Δημόσια Νοσοκομεία για 16 μήνες (Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Χανίων, Γενικό Νοσοκομείο Λιβαδειάς) και Επιστημονικός Συνεργάτης της Α’ Πανεπιστημιακής Ορθοπαιδικής Κλινικής Αθηνών στο Νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟΝ.
Είναι υπ. Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών και έχει εξειδίκευση στην Οστεοπόρωση με μεταπτυχιακό τίτλο «Μεταβολικά Νοσήματα των Οστών» (Ερευνητικό Κέντρο Νοσοκομείου ΚΑΤ.
Αποτελεί μέλος του Ελληνικού Ιδρύματος Οστεοπόρωσης της Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης Μεταβολισμού των Οστών και της Ελληνικής Εταιρείας Αλγολογίας. Έχει παρακολουθήσει ειδικά Σεμινάρια με πρακτική άσκηση επί θεμάτων Τραυματιολογίας, Χειρουργικής Χεριού και Μικροχειρουργικής, Σπονδυλικής Στήλης, Οστεοπόρωσης και Αλγολογίας.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Privacy Preference Center